κατάλληλος


κατάλληλος
[каталлилос] εκ. подходящий, соответствующий,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "κατάλληλος" в других словарях:

  • κατάλληλος — set over against one another masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατάλληλος — η, ο (AM κατάλληλος, ον) αυτός που έχει τις απαιτούμενες ιδιότητες για κάτι, πρόσφορος, χρήσιμος, αρμόδιος («ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση») αρχ. 1. ο αντίστοιχος 2. γραμμ. αυτός που είναι ορθά συγκροτημένος 3. (για το κείμενο τού… …   Dictionary of Greek

  • κατάλληλος — η, ο επίρρ. α χρήσιμος, επιτήδειος, πρόσφορος: Ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καταλληλότερον — κατάλληλος set over against one another adverbial comp κατάλληλος set over against one another masc acc comp sg κατάλληλος set over against one another neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταλληλότατα — κατάλληλος set over against one another adverbial superl κατάλληλος set over against one another neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταλληλότατον — κατάλληλος set over against one another masc acc superl sg κατάλληλος set over against one another neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταλλήλω — κατάλληλος set over against one another masc/fem/neut nom/voc/acc dual κατάλληλος set over against one another masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταλλήλως — κατάλληλος set over against one another adverbial κατάλληλος set over against one another masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατάλληλον — κατάλληλος set over against one another masc/fem acc sg κατάλληλος set over against one another neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταλληλοτάτη — κατάλληλος set over against one another fem nom/voc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)